Advertisements

Παραμύθια

1) Η Φλυαρούλα πηγαίνει τσίρκο

Καλή σας μέρα.
Και τι όμορφη μέρα που είναι πραγματικά σήμερα.
Ένας υπέροχος ολοζώντανος ήλιος έχει ανέβει στον ουρανό σας και φωτίζει ολόκληρη την πόλη που απλώνεται από κάτω μου.
Κάνει αρκετή ζέστη κι όλοι σας κυκλοφορείτε με ελαφρά ρούχα που για να ταιριάζουν με την χαρά του φωτός είναι τα περισσότερα ανοιχτόχρωμα.
Χαρωπά κόκκινα, παιχνιδιάρικα κίτρινα, ανοιχτά γαλάζια και λευκά.
Οι δρόμοι από εδώ ψηλά που βρίσκομαι πετώντας μοιάζουν να είναι στρωμένοι με ένα πολύχρωμο χαλί.
Βλέπω πολλά παιδιά σήμερα στους δρόμους αλλά και πολλούς μεγάλους.
Δεν είναι Κυριακή, είδατε μέχρι και τις ημέρες τις εβδομάδας ξέρω, άρα θα πρέπει να είναι κάποια από τις γιορτές που τις ονομάζεται και αργίες.
Αν θυμάμαι καλά αργία είναι μια μέρα που οι μεγάλοι δεν δουλεύουν και οι μικροί δεν πηγαίνουν σχολείο. Και μιας και το σχολείο σας είναι η δουλειά των μικρών, αργία είναι η ημέρα που δεν δουλεύει κανείς.
Μου αρέσουν οι αργίες, όχι γιατί δεν έχω να κάνω τίποτα, αλλά ακριβώς γιατί μπορώ να κάνω πολλά από αυτά που δεν μπορώ να κάνω τις άλλες μέρες. Για τον ίδιο λόγο νομίζω πως αρέσουν και σε σας.
Για να δούμε ποιόν θα διαλέξουμε σήμερα για να του κάνουμε παρέα στα όσα θα δει και θα μάθει. Νομίζω πως είμαι ήδη πολύ τυχερή.
Ακριβώς από κάτω μου περνάει ένα χαριτωμένο αγοράκι με καστανά μαλλιά και μάτια, γυαλιά και ένα όμορφο κόκκινο φανελάκι πάνω από το τζην παντελόνι του.
Η μητέρα του κι ο πατέρας του τον κρατάνε από τα χέρια καθώς διασχίζουν τον δρόμο. Πάντα πρέπει να περνάτε τους δρόμους σας με τους γονείς σας και πάντα κρατώντας τους σφιχτά από το χέρι.
Έχετε πολλά αυτοκίνητα μιας και δεν έχετε φτερά σαν εμάς για να πηγαινοέρχεστε και τα καημένα είναι φτιαγμένα για να τρέχουν.
Οι οδηγοί τους πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί αλλά το ίδιο προσεκτικοί πρέπει να είμαστε κι εμείς.
Κατεβαίνω χαμηλότερα και κάθομαι απαλά απαλά στον ώμο του μικρού μου φίλου.
Μα ναι !!!!
Είμαι όντως πολύ τυχερή σήμερα.
Οι γονείς του Νικόλα θα τον πάνε για πρώτη φορά στο τσίρκο.
Νοιώθω πόσο χαρούμενος είναι, και άλλο τόσο είμαι κι εγώ. Δεν έχω πάει ούτε κι εγώ ξανά σε ένα τσίρκο κι είμαι ανυπόμονη να δω όλα αυτά που έχω ακούσει από άλλους στο μανιταρένιο μου χωρίο.
Η μητέρα του Νικόλα του μιλάει για τα ζώα που θα δούμε εκεί, μερικά από τα οποία είναι από χώρες τόσο μακρινές όσο περίπου και η δικιά μου. Του εξηγεί πόσο πρέπει να φροντίζουμε και να αγαπάμε τα ζώα ακόμα κι εκείνα που δεν είναι ούτε τόσο όμορφα ούτε τόσο χρήσιμα όσο κάποια άλλα.
Συμφωνώ μαζί της. Κάθε ζώο έχει και αισθήσεις για να νοιώσει τον πόνο –που ποτέ δεν πρέπει να προκαλούμε- αλλά και αισθήματα για να καταλαβαίνει πότε του φερόμαστε καλά και πότε όχι.
Ο μπαμπάς του αναλαμβάνει να του εξηγήσει πως πρέπει να περιμένουν στην ουρά υπομονετικά μέχρι να βγάλουν τα εισιτήρια τους και μέχρι σιγά σιγά οι άνθρωποι του τσίρκου να τους βάλουν στις θέσεις τους.
Του εξηγεί επίσης πως πρέπει να δει όλα αυτά τα θαυμάσια πράγματα που θα δει εκεί χωρίς να κάνει φασαρία και χωρίς να ενοχλεί τους διπλανούς του και πως αν θέλει να ρωτήσει οτιδήποτε να το κάνει αμέσως.
Θυμάστε τι είπαμε για τις ερωτήσεις ; Είναι ο καλύτερος τρόπος να μάθει κανείς κάτι αρκεί να ρωτάει με όμορφο τρόπο.
Αν και καμιά φορά όταν είμαστε με πολύ κόσμο είναι καλύτερα να περιμένουμε και να ρωτήσουμε αυτό που θέλαμε αργότερα. Έτσι θα μπορέσουν να μας εξηγήσουν καλύτερα και δεν θα ενοχλήσουμε πραγματικά κανέναν.
Η διαδρομή για το τσίρκο είναι μικρή και φτάνουμε σύντομα.
Είμαι ενθουσιασμένη.
Μια πελώρια τέντα με τεράστιες λευκές και πράσινες ρίγες υψωνόταν μέχρις εκεί που δύσκολα πια την έβλεπε κανείς. Πρέπει να περιείχε όλα εκείνα τα θαύματα που είχαμε έρθει να δούμε μιας κι όλοι πήγαιναν προς τα εκεί.
Όλος ο χώρος γύρω από την τέντα έμοιαζε με μεγάλο πανηγύρι.
Οι μπαλoνάδες χαμογελούσαν στα παιδιά και έκανα βόλτες πάνω κάτω για να φανούν τα πολύχρωμα μπαλόνια τους από όλες τις πλευρές. Οι κουλουράδες θα πρέπει να είχαν κλείσει την μύτη τους, αλλιώς δεν μπορώ να καταλάβω πως άντεχαν και δεν έτρωγαν μόνοι τους τα μοσχομυρωδάτα τους κουλούρια.
Πολλά παιδάκια γκρίνιαζαν πραγματικά πολύ άσχημα για να κάνουν τους γονείς τους να τους αγοράσουν κάτι από όλα αυτά.
Χαίρομαι γιατί ο μικρός μου φίλος ήταν πολύ ευγενικός όταν ζήτησε ένα ζαχαρωμένο μήλο και χαίρομαι ακόμα περισσότερο που οι γονείς του αναγνωρίζοντας τους καλούς του τρόπους του το πήραν αμέσως.
Ίσως αργότερα όταν το ανοίξει προσεκτικά να πάρω κι εγώ έναν μικρό κόκκο ζάχαρης αλλά πρέπει να θυμηθώ να πλύνω καλά καλά τα δόντια μου το βράδυ στο μανιταροχωριό.Η ζάχαρη είναι πολύ νόστιμη και μου αρέσει όπως σε όλα τα παιδάκια –παιδάκι είμαι κι εγώ- αλλά δεν κάνει να μένει στα δόντια μας.
Κι ο καλύτερος τρόπος να την ευχαριστιόμαστε χωρίς να μας κάνει κανένα κακό στα δοντάκια μας είναι να τα φροντίζουμε καθημερινά.
Ο Νικόλας έχει κάτασπρα δοντάκια κι όμορφο χαμόγελο και πρέπει να ακολουθεί τον κανόνα αυτόν με μεγάλη προσοχή.
Χαίρομαι.
Χαίρομαι επίσης πάρα πολύ για τον καλό χαρακτήρα που έδειξε ο φίλος μου όλη την ώρα –πραγματικά βαρετή- που έπρεπε να περιμένει για να βγάλουν τα εισιτήρια τους, και να μπουν στην μεγάλη τέντα.
Πολλά παιδάκια και αρκετοί μεγάλοι δυστυχώς βιάζονταν, θύμωναν και καμιά φορά έσπρωχναν τους μπροστινούς τους ή γκρίνιαζαν συνεχώς γιατί τους φαινόταν πως όλα γίνονταν πολύ αργά.
Α !! Είναι μεγάλη αγένεια όλα αυτά και δεν μου αρέσουν καθόλου.
Όλα τα πράγματα όταν γίνονται με μια σειρά και με μια τάξη γίνονται πάντα πολύ πολύ καλύτερα και είναι συχνά προτιμότερο να περιμένει κανείς παρά να θέλει να τα κάνει όλα μαζί βιαστικά.
Σκέφτηκα μάλιστα να μαλώσω ένα κοριτσάκι που έλεγε συνεχώς πόσο πολύ βιάζεται αλλά με την ψιλή φωνούλα μου δεν θα με άκουγε.
Ευτυχώς ο μεγάλος κύριος που ήταν μαζί της, ο παππούς της μάλλον, της εξήγησε αυτά που είπα κι εγώ προηγουμένως και η Ελενίτσα, έτσι έλεγαν το κοριτσάκι, σταμάτησε αμέσως.
Μπήκαμε στην πελώρια τέντα και ακολουθήσαμε την ευγενική κυρία με την όμορφη γκρίζα στολή που μας έδειξε τις θέσεις μας.
Ο κόσμος έμπαινε συνέχεια από τις πόρτες τις μεγάλης τέντας και καθόταν στις θέσεις που κύκλωναν έναν μεγάλο άδειο χώρο στο κέντρο της. Σε λίγη ώρα όλες οι θέσεις ήταν γεμάτες.
Κόντευα να τρελαθώ από τη χαρά μου. Ο Νικόλας το ίδιο.
Περίμενα να δω ζώα, ακροβάτες, ταχυδακτυλουργούς, κλόουν, αμαζόνες, ισορροπιστές και όλα εκείνα που είχα ακούσει πως βλέπει κανείς σε ένα τσίρκο.
Μα γιατί δεν αρχίζουν ακόμα ;
Α….να.
Έσβησαν τα φώτα, ξεκινάμε.
Είδα τόσα πολλά εκεί στις 2 ώρες που κράτησε η παράσταση που είναι αδύνατον να σας τα πω όλα. Μερικά όμως ήταν πραγματικά τόσο εντυπωσιακά που δεν μπορώ παρά να σας τα πω όπως ακριβώς θα τα πω και στους άλλους όταν γυρίσω στο χωριουδάκι μου.
Μου άρεσαν πάρα πολύ τα άλογα.
Ήταν πολύ όμορφα με τα χρυσά τους γκέμια και τις αστραφτερές τους σέλες και τόσο μα τόσο καλά εκπαιδευμένα που έφτανε μια απλή λέξη από την κυρία που τα κατεύθυνε για να κάνουν του κόσμου τους όμορφους σχηματισμούς.
Έτρεχαν, σταματούσαν απότομα κι άλλαζαν πορεία, στέκονταν και περπατούσαν μόνο στα πίσω τους πόδια, κουνούσαν το κεφάλι τους σαν να συνομιλούσαν μεταξύ τους, χλιμίντριζαν, έκανα χορευτικές φιγούρες κι ύστερα ξαναέτρεχαν γύρω γύρω για να μπορούν όλοι να τα θαυμάζουν καλύτερα.
Εντυπωσιάστηκα ιδιαίτερα όταν μπήκαν το ένα δίπλα στο άλλο πολύ πολύ κοντά από την άκρη της πίστας μέχρι το κέντρο της κι άρχισαν να τρέχουν με τέτοιο τρόπο που να κρατάνε τον σχηματισμό τους.
Είμαι σίγουρη πως αυτά που ήταν έξω έξω κουράστηκαν αρκετά περισσότερο τρέχοντας για να προλάβουν τα άλλα που ήταν στο κέντρο και που έκανα απλά μικρά βηματάκια.
Από όλα τα ζώα που είδα τα μεγαλύτερα και τα πιο εντυπωσιακά ήταν οι Ελέφαντες. Άκουσα τον πατέρα του Νικόλα να του λέει πως έρχονται από μια μεγάλη χώρα που λέγεται Αφρική και στην οποία κάνει συνέχει πάρα πολύ ζέστη.
Πόσο μεγάλοι ήταν. Ακόμα κι ένα μικρό ελεφαντάκι που έτρεχε κρατώντας με την μεγάλη του μύτη, προβοσκίδα άκουσα πως το λένε, την μητέρα του από την ουρά ήταν σχεδόν τόσο μεγάλο όσο το μικρότερο από τα άλογα που είχαμε δει πιο πριν.
Δεν έτρεχαν γρήγορα τόσο μεγάλοι που ήταν κι ήταν λίγο αστείοι με τα μεγάλα τους αυτιά και τα τεράστια δόντια τους που αν άκουσα σωστά ανάμεσα από τα χειροκροτήματα τα λένε χαυλιόδοντες.
Έκαναν όμως κόλπα που μόνο θαυμάσια μπορώ να τα πω και μου άρεσαν πολύ. Ειδικά όταν ο μεγαλύτερος από αυτούς ανέβηκε σε μια γιγαντιαία μπάλα και την κύλησε με τα πόδια τους χωρίς να πέσει από την μια άκρη της πίστας στην άλλη. Εντυπωσιακό αν σκεφτεί κανείς πόσο μεγάλος ήταν.
Αν τα ζώα έκανα θαυμαστά κόλπα τότε τι να πει κανείς για τους ανθρώπους του τσίρκου. Οι Κλόουν ήταν τόσο αστείοι που πολλές φορές από τα δυνατά του γέλια ο μικρός μου φίλος με έριξε από τον ώμο του.
Έτρεχαν πάνω κάτω, πείραζαν ο ένας τον άλλον, έκαναν πως έπεφταν και χτυπούσαν πλησίαζαν τα παιδιά στις πρώτες θέσεις και τα έκαναν να γελούν.
Κάθε ένας από αυτούς φορούσε πολύ αστεία πολύχρωμα ρούχα και τεράστια παπούτσια πολλές φορές παράταιρα μεταξύ τους.
Όλοι είχαν τα πρόσωπα τους βαμμένα με λαμπερά χρώματα και όλοι μα όλοι έδειχνα να το ευχαριστιούνται τόσο μα τόσο πολύ. Οι ακροβάτες με τρόμαξαν λίγο τόσο ψηλά που βρίσκονταν.
Ακόμα κι εγώ που έχω φτερά και μπορώ να πετάω πολλές φορές φοβάμαι τόσο ψηλά. Εκείνοι όμως έμοιαζαν να είναι γεννημένοι πάνω στις κούνιες που ήταν κρεμασμένες από την οροφή της τεράστιας τέντας και που είμαι σίγουρη πως τις λένε αιώρες.
Το άκουσα από τον παππού της Ελενίτσας που είχε καθίσει δίπλα μας. Ένα πράγμα που πρέπει να θυμάμαι και που το άκουσα κι αυτό από τον παππού της Ελενίτσας είναι πως όλα αυτά που κάνουν οι ακροβάτες και οι ισορροπιστές δεν είναι καθόλου μα καθόλου εύκολα όσο κι αν φαίνονται πως είναι.
Αυτοί οι άνθρωποι έχουν αφιερώσει πολλές ώρες για να μάθουν να κάνουν όλα αυτά που τους βλέπουμε να κάνουν και τα έχουν μάθει από μεγαλύτερους και εμπειρότερους από αυτούς.
Ποτέ, μα ποτέ δεν πρέπει να ξεγελιόμαστε και να νομίζουμε πως μπορούμε έτσι απλά να τα κάνουμε κι εμείς κι αν δοκιμάσουμε το πιο πιθανό είναι να χτυπήσουμε και μάλιστα πολύ. Θα πρέπει να το θυμάμαι αυτό κι ελπίζω να το θυμάται καλά και η Ελενίτσα που την είδα πολύ ενθουσιασμένη.
Όταν βγήκαμε από την τέντα είχα τόσο πολλά να πω στους άλλους στο μανιταροχωριό που βιαζόμουν να φύγω.
Έμεινα όμως λίγο παραπάνω για να ευχαριστήσω τον μικρό μου φίλο για την ευκαιρία που μου έδωσε να δω όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα.
Και ξέρετε κάτι ;
Μου άρεσε πάρα πολύ που και ο ίδιος ο Νικόλας ευχαρίστησε πρώτα τους γονείς του που τον πήγαν στο τσίρκο και αμέσως μετά άρχισε να τους ρωτάει όλα εκείνα που ήθελε από ώρα να ρωτήσει για όσο είχε δει.
Το βράδυ στο χωριό όλοι με άκουγαν με προσοχή.
Είχα ενθουσιαστεί τόσο πολύ με όλα εκείνα τα χρώματα, τα σχήματα και τις κινήσεις που πρέπει να μιλούσα ασταμάτητα για πολύ ώρα.
Είμαι σίγουρη πως δεν τους πείραξε και πολύ μιας και όλοι στο τέλος της διήγησης μου δήλωσαν πως με την πρώτη ευκαιρία θα πάνε κι εκείνοι να δουν από κοντά αυτό το τόσο υπέροχο θέαμα.
Πάντως, κανείς από εμάς όσο κι αν το σκεφτήκαμε, όσο κι αν βασανίσαμε το μικρό μας μυαλό, δεν μπόρεσε να καταλάβει πως χώρεσε ολόκληρος λαγός σε ένα τόσο δα καπέλο.

Δημήτρης Μπαλτάς

2) O Γίγαντας και ο Νάνος

Μια φορά κι ένα καιρό σ’ ένα καταπράσινο και πυκνό δάσος ζούσαν ένας γίγαντας κι ένας νάνος.
Ο γίγαντας ήταν όπως όλοι οι γίγαντες του κόσμου ψηλός, ψηλός πολύ ψηλός, τεράστιος, με μεγάλη δύναμη, με κάτι πόδια νααα, ως εκεί πάνω. Με χέρια μεγάλα σαν φτυάρια.
Ο νάνος ήταν κι αυτός όπως όλοι οι νάνοι του κόσμου. Κοντός, κοντούλης ανθρωπάκος με τόσα δα χέρια και πόδια. Ούτε ως το γόνατο του γίγαντα δεν έφτανε. Ήταν όμως έξυπνος, πονηρός και πεισματάρης. Αν έβαζε στο νου του να κάνει κάτι, το έκανε οπωσδήποτε με κάθε τρόπο, καλό ή κακό.
Ο γίγαντας ζούσε σε μια πελώρια σπηλιά στη μέση του δάσους και ο νάνος σε μια μικρή-μικρή σπηλιά.

Το δάσος είχε ό τι ήθελαν για να ζουν ευτυχισμένοι. Κυνήγι, καρπούς, νερά τρεχούμενα, μέλι, χόρτα, το τραγούδι των πουλιών . . . , όμως οι δυο τους δεν ήταν ευτυχισμένοι.
Ο γίγαντας χρειαζόταν πολλή τροφή για να χορτάσει, ήταν μεγάλος φαγάς, έτσι μάζευε τα περισσότερα και ο νάνος θύμωνε. Πίστευε πως έπρεπε να τα μοιράζονται. Τα μισά ο γίγαντας, τα μισά εκείνος κι ας μην τα χρειαζόταν, αφού αυτός για να χορτάσει ήθελε πολύ λίγη τροφή.
Μάλωναν λοιπόν και πότε ο ένας μάζευε όλα τα καρύδια, πότε ο άλλος όλα τα κάστανα, όποιος προλάβαινε και ό τι προλάβαινε.
Έτσι έγινε και το φετινό φθινόπωρο. Ο γίγαντας πρωί-πρωί, πριν ξημερώσει, βγήκε από τη σπηλιά του και ξεκίνησε να μαζέψει καρύδια. Στα χέρια του είχε δέκα τεράστια καλάθια και σκεφτόταν να τα γεμίσει.
Δεν πρόλαβε όμως να προχωρήσει πολύ και άκουσε ένα γαλάζιο πουλί να τραγουδά:

Τώρα καρύδια γίγαντα!
Τα μάζεψε ο νάνος!

— Μα πότε; ρώτησε ο γίγαντας θυμωμένος.
— Άρχισε χτες το πρωί, πριν βγει ο ήλιος. Μάζευε όλη μέρα κι όλη νύχτα χωρίς να σταματήσει στιγμή. Πριν λίγο τέλειωσε, απάντησε το πουλί.
— Αχ, και να πέσει στα χέρια μου, είπε ο γίγαντας. Εξαιτίας του θα μείνω χωρίς καρύδια το χειμώνα. Ευτυχώς που υπάρχουν τα φουντούκια κι έτσι θα γεμίσω μ’ αυτά τα καλάθια μου.
Μα το πουλί μόλις άκουσε τα τελευταία λόγια του γίγαντα είπε:
Τώρα φουντούκια γίγαντα!
Τα μάζεψε ο νάνος!

Ο γίγαντας έγινε κατακόκκινος από το θυμό του. Δε χάνει καιρό και πάει στη σπηλιά του νάνου. Αυτή ήταν τόσο μικρή και είχε ένα τόσο μικρό άνοιγμα που ούτε το δαχτυλάκι του γίγαντα δε χωρούσε.
— Ε, νάνε! φώναξε βγες έξω. Έχουμε κάτι να κουβεντιάσουμε.
Ο νάνος έβγαλε έξω από το άνοιγμα μόνο το κεφάλι του χαμογελώντας.
— Δεν μπορώ, γίγαντα, έχω δουλειά, έλα εσύ μέσα, είπε κοροϊδεύοντας.
Τι να κάνει ο γίγαντας, έφυγε.
Όλη την υπόλοιπη μέρα σκεφτότανε πως να τιμωρήσει το νάνο. Έπλεξε λοιπόν, ένα γερό δίχτυ και μόλις βράδιασε πήγε στη σπηλιά του νάνου και το στερέωσε γερά.
Έτσι δε θα μπορεί πια να βγει έξω και θα μαζέψω εγώ όλα τα κάστανα και το μέλι, σκέφτηκε. Πράγματι όταν βράδιασε καλά και ο νάνος ετοιμάστηκε να βγει για να μαζέψει το μέλι από τις μέλισσες, είδε το δίχτυ, προσπάθησε να το βγάλει μα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.
– Ωχ τι έπαθα! τώρα ο γίγαντας θα μαζέψει όλο το μέλι, είπε και άρχισε να κλαίει.
Έκλαιγε δυνατά πολλή ώρα και ένα ποντίκι που περνούσε τον άκουσε και τον ρώτησε τι συμβαίνει.
– Να, κλαίω γιατί με έκλεισε εδώ μέσα ο γίγαντας και δε θα προφτάσω να μαζέψω ούτε μια στάλα μέλι, θα το πάρει όλο αυτός.
Το ποντίκι που δεν ήξερε τι συνέβαινε μεταξύ τους θεώρησε ότι είναι μεγάλη αδικία αυτό που έκανε ο γίγαντας στο νάνο και άρχισε να ροκανίζει το δίχτυ για να ελευθερώσει το νάνο.
Πράγματι σε λίγο το δίχτυ είχε μια μεγάλη τρύπα και έτσι ο νάνος ήταν ελεύθερος. Ούτε που ευχαρίστησε το ποντίκι για το καλό που του έκανε, παρά πήρε τα κανάτια του και έτρεξε να μαζέψει μέλι. Όταν έφτασε στις μέλισσες όμως κατάλαβε πως δεν υπήρχε μέλι. Ο γίγαντας το είχε μαζέψει όλο.
Άρχισε να φωνάζει και να πηδά γεμάτος θυμό γι αυτό που είχε γίνει. Κάποτε γύρισε στη σπηλιά του και προσπαθούσε να βρει τρόπο να πάρει το μέλι από το γίγαντα ή τέλος πάντων να τον εκδικηθεί. Κατάλαβε πως δεν ήταν εύκολο να μπει στη σπηλιά του γίγαντα και αποφάσισε να κάνει κάτι πονηρό για να τα καταφέρει. Άνοιξε το ντουλάπι του και έβγαλε από μέσα τη γούνα ενός γέρου ασβού που είχε βρει πριν πολλά χρόνια στο δάσος.
Τη φόρεσε, έκρυψε από κάτω τα κανάτια του και κίνησε για τη σπηλιά του γίγαντα.
Περίμενε να τον δει να φεύγει, μπήκε μέσα από μια τρύπα που ήταν δίπλα στην πόρτα.
Γέμισε γρήγορα-γρήγορα τα κανάτια του και σκέφτηκα να χύσει το υπόλοιπο μέλι για να εκδικηθεί το γίγαντα.
Γέλασε πονηρά και ετοιμάστηκε να σπρώξει το δοχείο που είχε το μέλι, μα το μετάνιωσε.
Κρίμα είναι, σκέφτηκε, πήρε τα κανάτια του, τα ‘χωσε κάτω από τη γούνα του ασβού και βγήκε με προσοχή από τη σπηλιά.
Όσο μπορούσε πιο γρήγορα έφτασε στη δική του, έβγαλε τη γούνα και άφησε τα κανάτια επάνω στο τραπέζι.
Γέλασε ικανοποιημένος και έτριψε τα χέρια του.
Δεν πέρασε πολλή ώρα κι άκουσε τις φωνές του γίγαντα. Έβγαλε τη μουρίτσα του έξω και ρώτησε τάχα με περιέργεια.
– Τι έχεις γείτονα και φωνάζεις;
– Να, ο ασβός έκλεψε το μέλι μου. Τον είδε ο κυρ-σκίουρος και μου το είπε. Δε θα τον πιάσω; Θα του δείξω εγώ.
Ο νάνος έβαλε τη μούρη του μέσα για μεγαλύτερη ασφάλεια και είπε στο γίγαντα όλη την αλήθεια και όταν τελείωσε του ζήτησε να τον συγχωρέσει που πάντα μάζευε ό τι τροφή έβρισκε στο δάσος χωρίς να σκέφτεται τους άλλους και είπε πως δε θα το ξανακάνει.
Ο γίγαντας είχε σταματήσει να φωνάζει. Περπατούσε πάνω-κάτω σκεφτικός. Πέρασε αρκετή ώρα χωρίς να πει λέξη. Έξυνε το κεφάλι του και στο τέλος είπε.
– Έχεις δίκιο γείτονα! Πότε εγώ, πότε εσύ μαζεύουμε ό τι τροφή υπάρχει στο δάσος και δε σκεφτόμαστε ο ένας τον άλλο, μα δε σκεφτόμαστε και τα ζώα του δάσους. Ντροπή μας!
– Δε θα το ξανακάνουμε, είπε ο γίγαντας.
– Δε θα το ξανακάνουμε, είπε και ο νάνος.
– Θα μαζεύουμε μόνο όση τροφή χρειαζόμαστε, είπαν και οι δυο με μια φωνή.
Ακούστηκαν χειροκροτήματα στο δάσος.
Τα ζώα χαίρονταν για τη σωστή απόφαση του γίγαντα και του νάνου.
Χαίρονταν που θα ήταν πια καλοί φίλοι.

 

Πηγή: hamomilaki.blogspot.gr , hamomilaki.blogspot.gr

 

3)Το χρυσόψαρο που αγαπούσε τα παιδάκια

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν σε ένα παραθαλάσσιο χωριό δύο αδέρφια με τους γονείς τους. Τα παιδιά αγαπούσαν πολύ τη θάλασσα και το ψάρεμα.

΄Ενα πρωϊνό χωρίς να ρωτήσουν τον πατέρα τους, πήραν τη βάρκα του και πήγαν για ψάρεμα. ΄Ομως σηκώθηκε τρικυμία, τα κουπιά τους έπεσαν στη θάλασσα και χάθηκαν στα κύματα. Μέσα από τον κουβά με τα ψάρια άκουσαν έκπληκτοι ένα χρυσόψαρο να λέει με ανθρώπινη φωνή:

Σας παρακαλώ, αφήστε με να ζήσω και εγώ θα πραγματοποιήσω τρείς ευχές, μόνο που δεν μπορώ να κάνω πραγματική την ευχή να πάτε από εκεί που ήρθατε!

Τα παιδιά το έβαλαν στη γυάλα. Το κορίτσι του ζήτησε ένα μικρό κρεβάτι, 5 φορέματα, 1 ζευγάρι λουστρίνια, το αγόρι ένα ψαροντούφεκο, 1 μαγιό και φαγητό πρωί, μεσημέρι, βράδυ.

Έτσι λοιπόν είχαν ότι επιθυμούσαν και καθώς ο καιρός παιρνούσε άρχισαν να ξεχνούν τους γονείς τους.

Μιά μέρα είδαν ένα νησάκι και ζήτησαν από το χρυσόψαρο να τους δώσει ένα ζευγάρι κουπιά για να φτάσουν στην ακτή. Μόλις βγήκαν χάρηκαν πολύ που πατούσαν πάλι σε στεριά και αποφάσισαν να εξερευνήσουν το νησί, μήπως βρούν κάποιους ανθρώπους. Πράγματι στην άλλη πλευρά αντίκρυσαν μια φυλή μαύρων να χορεύουν και να τραγουδούν. Ποιά φυλή είστε του ρώτησαν. Είμαστε η φυλή του γέλιου, αγαπάμε τη χαρά και την ειρήνη και σας καλούμε να μείνετε κοντά μας, όσο θέλετε !

Τα παιδιά δέχτηκαν με χαρά την πρόσκληση των καινούριων τους φίλων. Για ένα διάστημα όλα κυλούσαν ήρεμα και ειρηνικά και τα παιδιά έμαθαν να κάνουν βουτιές, να πιάνουν όμορφα κοχύλια, να φτιάχνουν κολιέ από λουλούδια και να χαίρονται τη φιλία και την αγάπη απλών ανθρώπων.

Μια μέρα όμως είδαν από μακρυά πολλές βάρκες να πλησιάζουν το νησί. Μέσα ήταν ιθαγενείς οπλισμένοι με κοντάρια και ρόπαλα, τραγουδώντας πολεμικά τραγούδια. Ήταν η φυλή του πολέμου που ήθελε να κατακτήσει το μικρό ειρηνικό νησάκι. Αμέσως σήμανε συναγερμός κι έτρεξαν όλοι οι κάτοικοι της φυλής κοντά στα παιδιά τους. Τι φοβερό θα γινόταν ;

Τα παιδιά θυμήθηκαν ότι μπορούσαν να ξητήσουν ακόμα μία χάρη από το φίλο τους το χρυσόψαρο. Χωρίς να διστάσουν ούτε στιγμή του ζήτησαν να πραγματοποιήσει την τρίτη και τελευταία τους ευχή: να σταματήσει τη φυλή του πολέμου, ώστε να μην καταστρέψει τους αγαπημένους συντρόφους τους της φυλής του γέλιου. Το χρυσόψαρο συγκινημένο από τα λόγια τους, σήκωσε αμέσως φοβερή τρικυμία με τεράστια κύματα και ανάγκασε τους έντρομους κακούς ιθαγενείς της φυλής του πολέμου να γυρίσουν στο νησί τους.

Οι άνθρωποι της φυλής του γέλιου οργάνωσαν μια μεγάλη γιορτή για να τιμήσουν τα παιδιά και το χρυσόψαρο για την μεγάλη βοήθεια που πρόσφεραν στο νησί τους. Τραγούδησαν, χόρεψαν γύρω από μεγάλες φωτιές και πρόσφεραν όμορφα δώρα στα παιδιά. ΄Επειτα όλοι μαζί πήγαν στην ακροθαλασσιά και έριξαν το μικρό χρυσόψαρο πίσω στη θάλασσα, εκεί που πάντα ανήκε.

Το μαγικό χρυσόψαρο που είχε αγαπήσει πολύ τα παιδιά, για την μεγάλη τους καλοσύνη, αποφάσισε μυστικά, να εκπληρώσει ακόμα μια ευχή τους, τη μεγαλύτερη από όλες και ευχήθηκε να ξαναβρούν οι γονείς τα παιδιά τους!

Πέρασε κάμποσος καιρός, τα παιδιά μεγάλωσαν κι άρχισαν να νοσταλγούν τη ζωή τους στο χωριό, τους γονείς τους και τους παλιούς τους φίλους. Οι κάτοικοι της φυλής του γέλιου προσπαθούσαν να τα παρηγορήσουν, αλλά άδικα, εκείνα αγνάντευαν συνέχεια το πέλαγος. ΄Ωσπου μια μέρα ένα μεγάλο καράβι πλησίασε το νησί. Μια βάρκα κατέβηκε στη θάλασσα που μέσα ήταν ένας κύριος και μια κυρία. Ποιοί να είναι;

Τα παιδιά αναγνώρισαν τους αγαπημένους τους γονείς που αναζητούσαν εδώ και πολλά χρόνια σ΄όλη τη γη. Οι γονείς δεν πίστευαν στα μάτια τους, πόσο πολύ είχαν μεγαλώσει τα παιδιά. Αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν, έκλαψαν κι ευχαρίστησαν και τη φυλή του γέλιου για τη φιλοξενία και την αγάπη που έδωσαν στα παιδιά τους. Το μικρό χρυσόψαρο με τη μεγάλη καρδιά είχε κάνει το θαύμα του!

4)   Το αηδόνι του αυτοκράτορα

«Στο ωραιότερο παλάτι του κόσμου, κάπου στην Κίνα, ζεί ένας μελαγχολικός αυτοκράτορας.
Το παλάτι του, είναι φτιαγμένο από πορσελάνη, μα, παρ’ όλη την ομορφιά του παλατιού, ο αυτοκράτορας μας, συνεχίζει να ζεί μέσα στην μελαγχολία.
Κάποιο βράδυ, ένα αηδόνι μαγεμένο απο την ομορφιά του παλατιού, άρχισε να τραγουδάει στον κήπο του.
Αυτό γινόταν κάθε βράδυ… το εξαίσιο κελάηδημά του, έφερνε δάκρυα στα μάτια σε όποιον το άκουγε.
Τραγουδούσε για την αγάπη, την ειρήνη, τις ομορφιές της φύσης και της μάνας γης.

Μαγεμένος από το τραγούδι του, ο αυτοκράτορας άρχισε να χαμογελά και πάλι…αποφασίζει να φυλακίσει το αηδόνι…κι έτσι διατάζει να κλείσουν το αηδόνι σε ένα κλουβί, αφήνοντάς το όμως ελεύθερο, δύο φορές την ημέρα και μία τη νύχτα.
Όλη η χώρα μιλούσε για το όμορφο αηδόνι και τη μαγική φωνή του.
Η φήμη του αηδονιού, μάλιστα, ξεπέρασε τα σύνορα της Κίνας και ταξίδεψε και σε άλλες χώρες.

Κάποια μέρα, ο αυτοκράτορας δέχεται ένα δώρο. Είναι ένα μηχανικό αηδόνι, τόσο όμορφο όσο και το αληθινό, που τραγουδάει το ίδιο μαγικά με το αληθινό και είναι στολισμένο με διαμάντια, ρουμπίνια και ζαφείρια. Ένα σημείωμα πάνω στο δώρο έγραφε: «Το αηδόνι του αυτοκράτορα της Κίνας δεν είναι τίποτα μπροστά σε αυτό του αυτοκράτορα της Ιαπωνίας».

Ο αυτοκράτορας βάζει τα δύο πουλιά να τραγουδήσουν μαζί.
Φυσικά, αυτό δεν γινόταν αφού το αληθινό τραγουδούσε με φυσικό τρόπο.
Το μηχανικό, αντίθετα, τραγουδούσε συνέχεια, χωρίς σταματημό.
Έτσι ο Αυτοκτράτορας κράτησε το μηχανικό αηδόνι,και άφησε ελεύθερο το άλλο.
Στενοχωρημένο, το αληθινό αηδόνι επέστρεφε, χωρίς να το αντιληφθούν οι αυλικοί, στον κήπο.
O αυτοκράτορας θυμωμένος το εξόρισε από τη χώρα, ενώ την επομένη κιόλας παρουσίασε το μηχανικό αηδόνι στο λαό.

Ένας χρόνος πέρασε έτσι, όταν μια μέρα το μηχανικό αηδόνι χάλασε.
Ο αυτοκράτορας αρρώστησε βαριά, χωρίς τη μουσική που τόσο αγαπούσε.
Πέρασαν άλλα πέντε χρόνια, κι ο Θάνατος ήρθε να τον πάρει, θυμίζοντάς του ταυτόχρονα ό,τι καλό και κακό είχε κάνει.
Τότε, ακούστηκε ένα όμορφο τραγούδι απ’ έξω. Ήταν το αληθινό αηδόνι που ήρθε να του δώσει ελπίδα. Ο Θάνατος έφυγε κι ο αυτοκράτορας έγινε καλά. Από τότε, κάθε βράδυ το αηδόνι τραγουδά έξω απ’ το παράθυρό του»…

5) Το άσχημο παπάκι
6)    Ο Γάμος της Ποντικούλας
Η δύναμη είναι μέσα μας.
Η Ευτυχία είναι δίπλα μας

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια οικογένεια ποντικών. Ο μπαμπάς ο πόντικας, η μαμά η ποντικίνα και η μοναχοκόρη τους η ποντικούλα. Τέτοια όμορφη ποντικούλα δεν υπήρχε πουθενά! Ο πόντικας και η ποντικίνα μεγάλωσαν την κόρη τους όσο καλύτερα μπορούσαν και όταν μεγάλωσε για τα καλά, αποφάσισαν να την παντρέψουν.
Με ποιόν όμως; Ήθελαν τον καλύτερο!
— Ποιος είναι ο καλύτερος; Σκέφτηκαν, σκέφτηκαν και τελικά τον βρήκαν! Ο ήλιος, είπαν και οι δυο μαζί, και έτριψαν τα μουστάκια τους ευχαριστημένοι.
Ετοιμάστηκαν την άλλη μέρα και ξεκίνησαν να βρουν τον ήλιο. Περπάτησαν, περπάτησαν και κάποτε έφτασαν στο παλάτι του ήλιου. Εκείνος τους καλοδέχτηκε και τους ρώτησε για το σκοπό της επίσκεψής τους.
— Να, του είπαν, έχουμε μια πολύ καλή και όμορφη κόρη, την ποντικούλα μας. Είναι καιρός να την παντρέψουμε και σκεφτήκαμε εσένα για γαμπρό, γιατί είσαι ο καλύτερος.
Ο ήλιος χαμογέλασε και είπε:
— Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε, αλλά δεν είμαι εγώ ο καλύτερος.
— Μα πώς; ρώτησαν γεμάτοι απορία ο πόντικας και η ποντικίνα. Αφού είσαι πιο ψηλά απ΄ όλους, βλέπεις όλον τον κόσμο, δίνεις ζωή σε όλα τα ζώα και τα φυτά της γης, όλοι σε αγαπούν και σε θαυμάζουν. Κανένας δεν μπορεί να σε νικήσει.
— Και όμως κάνετε λάθος. Με νικάει το σύννεφο. Όταν μπαίνει μπροστά μου, τίποτα δεν μπορώ να κάνω.
Δίκιο έχει, σκέφτηκαν οι ποντικοί. Χαιρέτησαν και έφυγαν.
Την άλλη μέρα πήγαν και βρήκαν το σύννεφο, που ήταν γκρίζο και τεράστιο.
Το σύννεφο τους καλωσόρισε και οι ποντικοί του είπαν το σκοπό της επίσκεψής τους.
— Ο ήλιος μας είπε πως εσύ είσαι δυνατότερος από εκείνον και γι αυτό ήρθαμε σε σένα, αφού θέλουμε να παντρέψουμε την κόρη μας την ποντικούλα με τον καλύτερο και τον δυνατότερο.
Το σύννεφο κουνήθηκε, άλλαξε σχήμα, έγινε πιο γκρίζο και είπε:
— Μεγάλη η τιμή που μου κάνετε να παντρευτώ τη μοναχοκόρη σας, μα αφού θέλετε τον καλύτερο και τον δυνατότερο να ξέρετε ότι δεν είμαι εγώ αυτός.
— Και ποιος είναι; ρώτησαν με απορία οι ποντικοί.
— Είναι ο αέρας, απάντησε το σύννεφο. Όταν φυσάει με πηγαίνει όπου θέλει. Όσο κι αν αντισταθώ δεν καταφέρνω να τον νικήσω.
— Δίκιο έχεις, είπαν οι ποντικοί και έφυγαν.
Σε λίγες μέρες ετοιμάστηκαν και ξεκίνησαν για ένα μακρινό ταξίδι, πέρα μακριά, στη χώρα του αέρα.
Κάποτε έφτασαν. Βρήκαν τον αέρα και του είπαν πως ήρθαν να του ζητήσουν να παντρευτεί την κόρη τους την ποντικούλα, αφού εκείνος είναι ο δυνατότερος απ΄ όλους.
— Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε και ευχαρίστως θα παντρευόμουν την κόρη σας, αλλά, δυστυχώς, δεν είμαι ο δυνατότερος από όλους.
— Δεν είσαι; και ποιος είναι;
— Ελάτε μαζί μου, είπε ο αέρας και τους οδήγησε σε ένα ψηλό σημείο. Εκεί σταμάτησε, έδειξε μπροστά με το δάχτυλό του και είπε:
— Δυνατότερος από μένα είναι αυτός εκεί ο ψηλός πύργος. Χρόνια και χρόνια προσπαθώ να τον γκρεμίσω και δεν τα ΄χω καταφέρει ακόμα. Φυσάω με όλη μου τη δύναμη και δεν κουνιέται ούτε ρούπι από τη θέση του. Αυτός είναι, λοιπόν, καλύτερος και δυνατότερος από μένα και αξίζει να παντρευτεί τη μοναχοκόρη σας.
Οι ποντικοί χαιρέτησαν τον αέρα, τον ευχαρίστησαν και έφυγαν.
Περπάτησαν, περπάτησαν και έφτασαν στον ψηλό πύργο.
Στάθηκαν και τον κοίταζαν.
— Πω, πω! Τι μεγάλος και ψηλός είναι! Σαν να ΄χε δίκιο ο αέρας. Βρήκαν, επιτέλους, το δυνατότερο και τον καλύτερο γαμπρό για την κόρη τους.
Χαιρέτησαν τον πύργο και του είπαν γιατί τον επισκέφτηκαν.
Ο πύργος γελώντας απάντησε:
— Νομίζετε, αγαπητοί μου ποντικοί, ότι εγώ είμαι ο δυνατότερος απ΄ όλους; Πόσο λάθος κάνετε! Μάθετε, λοιπόν, πως δυνατότεροι απ΄ όλους είστε εσείς, οι ποντικοί. Ναι, καλά ακούσατε. Εσείς οι ποντικοί, ξανάπε ο πύργος και ο πόντικας και η ποντικίνα έμειναν να τον κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη.
— Μα πώς;; ρώτησαν.
— Να, είπε ο πύργος. Εγώ μπορεί να είμαι μεγάλος και ψηλός, αλλά εσείς οι ποντικοί χρόνια τώρα σκάβετε και τρώτε τα θεμέλιά μου. Έχετε ανοίξει τόσο πολλές τρύπες που με δυσκολία κρατιέμαι όρθιος. Λίγο ακόμα να σκάψετε και θα γίνω ένας μεγάλος σωρός από πέτρες και χώματα.
Αυτά είπε ο πύργος και οι ποντικοί κοιτάχτηκαν παραξενεμένοι και άφωνοι.
Σε λίγο ευχαρίστησαν τον πύργο και γύρισαν στη φωλιά τους.
Εκεί βρήκαν την ποντικούλα να τους περιμένει. Αγκαλιάστηκαν και αποφάσισαν ότι η αγαπημένη τους μοναχοκόρη έπρεπε να παντρευτεί έναν καλό και δυνατό ποντικό, αφού οι ποντικοί ήταν οι δυνατότεροι, οι καλύτεροι και οι πιο σπουδαίοι από όλους.
Και πραγματικά σε λίγο καιρό η ποντικούλα παντρεύτηκε έναν όμορφο, νεαρό ποντικό, καφετί και μεγάλο, με στρογγυλά χαριτωμένα αυτάκια και με μια μακριά ουρά.
Ήταν έξυπνος και αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του την ποντικούλα.
Όλοι ήταν χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Γλέντησαν και χόρεψαν στο γάμο.
Σε λίγο καιρό είχαν και δυο παιδάκια, δυο μικρούς ποντικούληδες που πιο όμορφοι πουθενά στον κόσμο δεν υπήρχαν…

Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

 

Πηγή: hamomilaki.blogspot.gr

 

7) Το χρυσόψαρο

Μια φορά ήταν ένας φτωχός ψαράς, κι όλη νύχτα αγωνιζόταν να πιάσει ψάρι
και ψάρι δεν έπιανε.
Κόντεψε τέλος η αυγή, έριξε πάλι τ’ αγκίστρι του κι έλεγε απομέσα του:

«Ω, Θεέ μου, δυστυχία! σήμερα θα πεθάνουν τα παιδιά μου απ’ την πείνα».

Του φάνηκε τότε πως τσίμπησε ψάρι και τράβηξε τ’ αγκίστρι. Τι να δει!
Ένα ψαράκι χρυσό! Έκανε να το βγάλει απ’ τ’ αγκίστρι κι άκουσε μια φωνή να του λέει:

«Ρίξε το ψαράκι το χρυσό στο γιαλό, και θα δεις καλό».

– Ε, λέει με το νου του, να το ρίξω! έτσι κι έτσι δεν θα μου κάμει τίποτε ένα ψαράκι.

Και το ‘ριξε στη θάλασσα. Πάλι ακούει την ίδια φωνή να του λέει:

– Τι καλό θέλεις να σου κάμω;

– Ε, λέει, να πάω στο σπίτι μου και να βρω ψωμιά και φαγιά.

Σαν πήγε στο σπίτι του, τα ήβρεν όλα όπως του είπε η φωνή.
Είπε την ιστορία όλη στη γυναίκα του.

– Αχ, καλέ, του λέει αυτή, αντί να ζητήσεις, τίποτε καλό, ζήτησες ψωμιά και φαγιά;

– Ε, καλά, της λέει αυτός. Αν το ξαναπιάσω, τι θέλεις να του ζητήσω;

Η γυναίκα τού είπε να ζητήσει παλάτια!
Επήγεν ο καημένος ο ψαράς, έριξε το δίχτυ κι έπιασε πάλι το χρυσόψαρο. Έκανε να το βγάλει πάλι απ’ τ’ αγκίστρι και άκουσε τη φωνή:

«Ρίξε το ψαράκι το χρυσό στο γιαλό, και θα δεις καλό».

Το έριξε, κι άκουσε πάλι τη φωνή:

«Τι καλό θέλεις να σου κάμω;»
κι αυτός εζήτησε παλάτια.

Πάει στο σπίτι του και τι να δει; παλάτια ωραιότατα!

– Αχ, του λέει η γυναίκα του, να πά’ να το ξαναπιάσεις και
να του ζητήσεις συ να γίνεις βασιλιάς κι εγώ βασίλισσα.

Επήγε πάλι κι έκαμεν όπως έκαμνε και τις άλλες φορές,
άκουσε τη φωνή και ζήτησε ό,τι του είπε η γυναίκα του.

Μα πάει κατόπι στο σπίτι του, και τι να δει;
Μια καλύβα όπως πρώτα, και τα παιδιά του πεινασμένα.

από το βιβλίο Ελληνικά Παραμύθια
Εκλογή Γ.Α.Μέγα
εκδ.Ι.Δ.Κολλάρος και Σια
Αθήνα

 

8) Η αλεπού και ο λέλεκας

Μια φορά ένας λέλεκας ήθελε να κάνει στην αλεπού τραπέζι. Πήρε λοιπόν έναν κουτρούλα γάλα , τον έβαλε πάνω σε μια πέτρα κι έβαζε μέσα τη μύτη του κι έπινε το γάλα. Σαν έβγαζε τη μύτη του όξω για να πάρει την ανάσα του ,έσταζε λιγάκι γάλα, το έγλειφε η αλεπού.

Σαν ήπιε ο λέλεκας καλά -καλά το γάλα , είπε στην αλεπού :

-Ήπιες δα , συντέκνισσα, γάλα; Χόρτασες;

-Ήπια , λέει, χόρτασα! Και σε έχω κι εγώ καλεσμένον αύριο να σε φιλέψω.

Έκαναν δα το λόγο τους, ανταμώθηκαν πρωί πρωί σε μια ράχη. Η αλεπού έφερε κι αυτή έναν κουτρούλα γάλα. Πάει σε μια πλάκα μεγάλη, έπειτα τον χτυπά απάνω, έσπασε , χύθηκε το γάλα πάνω στην πλάκα. Έπιασε η αλεπού το έγλειφε, χτύπαε ο λέλεκας τη μύτη του πάνω στην πλάκα αδιαφόρετα.

Ρώτησε δα ύστερα κι η αλεπού :

– Ε, σύντεκνε, λέει , ήπιες δα γάλα; Χόρτασες;

-Άμα συντέκνισσα, το έκανες, α !

Τότες η αλεπού του είπε :

-Κατά πού μου πούλησες, σύντεκνε, αγόρασες !

(Από το βιβλίο ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ, ΕΚΔΟΤΑΙ Ι. Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ, ΑΘΗΝΑΙ)

 

9)Η χελώνα (παραμύθια για παιδιά)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μάνα που είχε τέσσερα παιδιά.
Τα μεγάλωσε με πολύ αγάπη και τρυφερότητα.
Όταν ήλθε ο καιρός τους τα καλοπάντρεψε.
Πέρασαν όμως τα χρόνια και η μάνα, που είχε μείνει μόνη της,
αρρώστησε και έστειλε να φωνάξουν τα παιδιά της να τα αποχαιρετήσει και να τους δώσει την ευχή της, μήπως και δεν προλάβει και φύγει έτσι από τη ζωή .

Όμως όλα της τα παιδιά προφασίστηκαν πως είχαν δουλειά και πως θα πήγαιναν αργότερα να δουν τη μητέρα τους.
Έτσι η μάνα πέθανε μόνη και αβοήθητη, δίχως να προλάβει να δώσει στα παιδιά της την ευχή της σε κανένα από τα σπλάχνα της.

Το πρώτο της παιδί, που την ώρα που ξεψυχούσε η μάνα του είχε πάει να τρυγήσει, έγινε μέλισσα και μια ζωή τρυγάει και τον κόπο της τον τρώμε με βούτυρο πάνω στο ψωμί μας.
Το άλλο που εκείνη την ώρα κάρφωνε κάτι καρφιά, όλα τα καρφιά φύτρωσαν στην πλάτη του και από τότε έγινε σκαντζόχοιρος.

Η κόρη της, που εκείνη την στιγμή ύφαινε στον αργαλειό της έγινε η αράχνη.
Τέλος η τέταρτη, το μικρότερο παιδί της, που ήταν εκείνη τη στιγμή σκυμμένη πάνω στη σκάφη της και έπλενε, έγινε η γνωστή σε όλους μας χελώνα και τη σκάφη της την κουβαλάει αιώνια.

10) Η κάμπια

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια μικρούλα κάμπια.

Κολλημένη πάνω σ’ ένα φύλλο η κάμπια κοιτούσε
με ενδιαφέρον τα έντομα που τραγουδούσανε, έτρεχαν, πηδούσανε και διασκέδαζαν.
Όλα γύρω της ήταν σε κίνηση.
Μόνο αυτή η καημένη δεν μπορούσε ούτε ήχο να βγάζει, Πεταλούδα
ούτε να τρέχει, ούτε να πετάει.
Με μεγάλη δυσκολία κατάφερνε
μόνο να σέρνεται.
Και ως που να μετακινηθεί από ένα φύλλο σε άλλο, χρειαζόταν πάρα πολύ ώρα.

Παρόλα αυτά δεν παραπονιόταν και
δεν ζήλευε κανέναν.
Κατανοούσε πως ο καθένας κάνει αυτό που του ορίζει η φύση.
Γνώριζε ότι αφού ήταν κάμπια έπρεπε να υφαίνει πολύ λεπτά μεταξένια νήματα και να πλέκει με αυτά το σπιτάκι-κουκούλι της.
Χωρίς πολλές κουβέντες η κάμπια άρχισε με υπομονή και επιμέλεια να εκτελεί το έργο της και να υφαίνει, να υφαίνει,
να υφαίνει… ώσπου την κατάλληλη ώρα βρισκόταν τυλιγμένη ολόκληρη μέσα σε ένα θερμό κουκούλι.

– Και μετά τι;
αναρωτιότανε η μικρούλα κάμπια μέσα στο κουκούλι της,
αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο.
– Όλα έχουν τη σειρά τους, άκουσε την απάντηση,
να έχεις υπομονή και θα δεις.

Πέρασε ο καιρός και η υπομονετική κάμπια ξύπνησε και ανακάλυψε πως δεν ήταν πια δυσκίνητη.
Δεν ήταν καν κάμπια!

Γρήγορα και με επιδεξιότητα βγήκε από το κουκούλι.
Με έκπληξη αντιλήφθηκε πως είχε δυο ελαφρά,
πολύχρωμα και φανταχτερά φτερά.
Ενθουσιασμένη κούνησε τα φτερά της με χαρά και
σαν πούπουλο τινάχτηκε στον αέρα και
πέταξε στο γαλανό ουρανό.
Είχε μεταμορφωθεί!


Advertisements

4 Σχόλια so far »

  1. 1

    Johann said,

    Χρόνια πολλά σας εύχομαι
    και στο Θεό προσεύχομαι
    το χρόν’ αυτό που μπαίνει
    χαρούμενα να ζήσετε
    ποτέ να μη ‘ρρωστήσετε
    και να ‘στε ευτυχισμένοι. Βασίλης Ι.Σκουλάς (28-12-2010)
    18-1-2011

  2. 2

    hamomilaki said,

    Αγαπητό nipio.net,
    σας γνωρίζουμε ότι το παραμύθι «Ο ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΝΑΝΟΣ» πρωτοδημοσιεύτηκε στο Χαμομηλάκι το 2008. Είναι πρωτότυπο και το παραμύθι και η ζωγραφιά. Παρακαλούμε για την αποκατάσταση, να προσθέσετε την πρωτότυπη πηγή:
    http://hamomilaki.blogspot.gr/2008/02/blog-post_25.html
    http://hamomilaki.blogspot.gr/2012/10/giant-and-dwarf.html

    Το ίδιο συμβαίνει και με το παραμύθι «Ο ΓΑΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΟΥΛΑΣ»
    http://hamomilaki.blogspot.gr/2008/03/blog-post_23.html

    με εκτίμηση
    Το χαμομηλάκι


Comment RSS · TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: